Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cracker
01
κρακερ, αλμυρό μπισκότο
a thin, crisp baked wafer made of flour and water, sometimes slightly sweetened or leavened
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crackers
Παραδείγματα
She spread cheese on a plain cracker for a snack.
Εξάπλωσε τυρί σε ένα απλό κρακερ για ένα σνακ.
02
χριστουγεννιάτικο κροταλίστρα, χριστουγεννιάτικο κράκερ
a paper roll that pops when pulled at both ends, often containing candy or a small gift
Παραδείγματα
The children pulled Christmas crackers at the dinner table.
Τα παιδιά τράβηξαν χριστουγεννιάτικα κράκερ στο τραπέζι.
03
κροτίδα, κρακερ
a small explosive firework wrapped in paper, designed to detonate with a loud pop
Παραδείγματα
The festival featured colorful firecrackers and loud crackers.
Το φεστιβάλ περιελάμβανε πολύχρωμα κροτίδες και δυνατές κροτίδες.
04
χωριάτης, χωριάταρος
a low-income White person from the southern US
Dialect
American
προσβλητικό
Παραδείγματα
She overheard the guys calling the police "crackers" after the stop.
Άκουσε τους άντρες να αποκαλούν την αστυνομία cracker μετά τη στάση.
Παραδείγματα
Security experts work tirelessly to defend computer systems against crackers attempting unauthorized access.
Οι ειδικοί ασφαλείας εργάζονται ακούραστα για να υπερασπιστούν τα συστήματα υπολογιστών από τους hackers που επιχειρούν μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση.
Λεξικό Δέντρο
cracker
crack



























