Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crack down on
[phrase form: crack]
01
καταστέλλω, λαμβάνω δραστικά μέτρα κατά
to take decisive measures to enforce rules or laws
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down on
βασικό ρήμα
crack
ενεστώτας
crack down on
γ΄ ενικό πρόσωπο
cracks down on
ενεστώτα μετοχή
cracking down on
απλός αόριστος
cracked down on
παθητική μετοχή
cracked down on
Παραδείγματα
The traffic police announced a campaign to crack down on speeding and reckless driving in residential areas.
Η τροχαία ανακοίνωσε μια καμπάνια για την καταπολέμηση της υπερβολικής ταχύτητας και της απερίσκεπτης οδήγησης σε κατοικημένες περιοχές.



























