Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crack down on
01
καταστέλλω, λαμβάνω δραστικά μέτρα κατά
to take decisive measures to enforce rules or laws
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down on
βασικό ρήμα
crack
ενεστώτας
crack down on
γ΄ ενικό πρόσωπο
cracks down on
ενεστώτα μετοχή
cracking down on
απλός αόριστος
cracked down on
παθητική μετοχή
cracked down on
Παραδείγματα
The government decided to crack down on illegal street vendors to maintain order in the city.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να καταστείλει τους παράνομους πλανόδιους πωλητές για να διατηρήσει την τάξη στην πόλη.



























