crack cocaine
crack
ˈkræk
krāk
co
kəʊ
kew
caine
keɪn
kein

Ορισμός και σημασία του "crack cocaine"στα αγγλικά

01

κρακ κοκαΐνης, κρακ

a strong and addictive drug that comes in small crystals or rocks and is smoked for a brief and intense feeling of euphoria 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crack cocaines
Παραδείγματα
Tom's cousin got in trouble for possessing crack cocaine. 

Ο ξάδερφος του Τομ μπλέχθηκε σε μπελάδες για κατοχή κρακ κοκαΐνης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store