cowpoke
cow
ˈkaʊ
καου
poke
poʊk
πουκ
/kˈa‍ʊpə‍ʊk/

Ορισμός και σημασία του "cowpoke"στα αγγλικά

01

καουμπόη, βοσκός

a hired hand who tends cattle and performs other duties on horseback
cowpoke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cowpokes

Λεξικό Δέντρο

cowpoke

cow

+

poke

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store