cowman
Pronunciation
/ˈkaʊmən/

Ορισμός και σημασία του "cowman"στα αγγλικά

01

καουμπόη, βοσκός

a hired hand who tends cattle and performs other duties on horseback
cowman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cowmen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store