cowl
Pronunciation
/ˈkaʊɫ/

Ορισμός και σημασία του "cowl"στα αγγλικά

01

καπό, προστατευτικό κάλυμμα κινητήρα

protective covering consisting of a metal part that covers the engine
cowl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cowls
02

κουκούλα, μοναχική ρόμπα

a loose hood or hooded robe (as worn by a monk)
03

κουκούλα, κάλυμμα

a hood-like covering or structure, often with a conical or curved shape, used to cover or protect an opening or feature such as a chimney, ventilator, or roof
to cowl
01

καλύπτω με ή σαν με κουκούλα, τυλίγω σαν με κουκούλα

cover with or as with a cowl
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cowl
γ΄ ενικό πρόσωπο
cowls
ενεστώτα μετοχή
cowling
απλός αόριστος
cowled
παθητική μετοχή
cowled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store