to cower
Pronunciation
/ˈkaʊɝ/

Ορισμός και σημασία του "cower"στα αγγλικά

to cower
01

σκύβω, συμπτύσσομαι

similar to but smaller than the finback whale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cower
γ΄ ενικό πρόσωπο
cowers
ενεστώτα μετοχή
cowering
απλός αόριστος
cowered
παθητική μετοχή
cowered
02

συστέλλομαι, κουλουριάζω από φόβο

to shrink or curl up in fear
Παραδείγματα
He cowered in fear as the argument escalated.
Αυτός σκύβει από φόβο καθώς η διαμάχη κλιμακώθηκε.
03

σκύβω από φόβο, τρεμουλιάζω από φόβο

show submission or fear
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store