Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cower
01
σκύβω, συμπτύσσομαι
similar to but smaller than the finback whale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cower
γ΄ ενικό πρόσωπο
cowers
ενεστώτα μετοχή
cowering
απλός αόριστος
cowered
παθητική μετοχή
cowered
02
συστέλλομαι, κουλουριάζω από φόβο
to shrink or curl up in fear
Παραδείγματα
He cowered in fear as the argument escalated.
Αυτός σκύβει από φόβο καθώς η διαμάχη κλιμακώθηκε.
03
σκύβω από φόβο, τρεμουλιάζω από φόβο
show submission or fear



























