cowboy
cow
ˈkaʊ
kaw
boy
bɔɪ
boy
plowboyploughboy

Ορισμός και σημασία του "cowboy"στα αγγλικά

01

καουμπόη, βοσκός

(particularly in the western parts of the US) a male rider who looks after cattle 
cowboy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
cowboys
αρσενικό ενικό
cowboy
θηλυκό ενικό
cowgirl
neutral form
cattle herder
Παραδείγματα
The cowboy rode across the plains, guiding the cattle to new pastures. 

Ο καουμπόι πέρασε από τις πεδιάδες, καθοδηγώντας τα βοοειδή σε νέα βοσκοτόπια.

02

καουμπόι, απερίσκεπτος οδηγός

a person who acts recklessly or irresponsibly, especially while driving 
Παραδείγματα
He drove like a cowboy on the highway. 

Οδηγούσε σαν καουμπόι στον αυτοκινητόδρομο.

03

κάουμποϊ, καλλιτέχνης ροντέο

a performer who demonstrates riding, roping, or bulldogging skills 
Παραδείγματα
The cowboy wowed the audience with his rope tricks. 

Ο καουμπόι εντυπωσίασε το κοινό με τα κόλπα του με το σχοινί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cowboy

cow

+

boy

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store