Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cowboy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cowboys
Παραδείγματα
The cowboy rode across the plains, guiding the cattle to new pastures.
Ο καουμπόι πέρασε από τις πεδιάδες, καθοδηγώντας τα βοοειδή σε νέα βοσκοτόπια.
02
καουμπόι, απερίσκεπτος οδηγός
a person who acts recklessly or irresponsibly, especially while driving
Παραδείγματα
He drove like a cowboy on the highway.
Οδηγούσε σαν καουμπόι στον αυτοκινητόδρομο.
03
κάουμποϊ, καλλιτέχνης ροντέο
a performer who demonstrates riding, roping, or bulldogging skills
Παραδείγματα
The cowboy wowed the audience with his rope tricks.
Ο καουμπόι εντυπωσίασε το κοινό με τα κόλπα του με το σχοινί.
Λεξικό Δέντρο
cowboy
cow
boy



























