cousin-german
Pronunciation
/kˈʌzəndʒˈɜːmən/

Ορισμός και σημασία του "cousin-german"στα αγγλικά

01

ξάδελφος, ξαδέλφη

the child of your aunt or uncle
cousin-german definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cousins-german
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store