court of appeals
court
ˈkɔ:t
kawt
of
əv
ēv
a
ə
ē
ppeals
pi:lz
pilz

Ορισμός και σημασία του "court of appeals"στα αγγλικά

Court of appeals
01

Εφετείο, Δικαστήριο Εφέσεων

a higher court that reviews decisions made by lower courts to determine if there were errors 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
courts of appeals
Παραδείγματα
The case was taken to the court of appeals. 

Η υπόθεση μεταφέρθηκε στο εφετείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store