coup
coup
ku:
koo
croup

Ορισμός και σημασία του "coup"στα αγγλικά

01

πραξικόπημα

an unexpected, illegal, and often violent attempt to change a government 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coups
Παραδείγματα
The military launched a coup to overthrow the democratically elected government and seize control of the country. 

Ο στρατός εξαπέλυσε ένα πραξικόπημα για να ανατρέψει τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και να πάρει τον έλεγχο της χώρας.

02

μεγάλη επιτυχία, αιφνιδιαστική κίνηση

a striking, successful, or clever achievement, often unexpected or impressive 
Παραδείγματα
Securing the contract was a major coup for the company. 

Η εξασφάλιση της σύμβασης ήταν ένα μεγάλο επιτυχία για την εταιρεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store