Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
County
01
νομός, επαρχία
(in the US) one of the areas into which a state is divided and has a local government of its own
Παραδείγματα
Local farmers in the county grow a variety of crops, including corn, soybeans, and wheat, contributing to the region's agricultural economy.
Οι τοπικοί αγρότες στην επαρχία καλλιεργούν μια ποικιλία καλλιεργειών, συμπεριλαμβανομένων καλαμποκιού, σόγιας και σιταριού, συμβάλλοντας στην αγροτική οικονομία της περιοχής.
02
κομητεία, διοικητική διαίρεση
(United Kingdom) a political division that has its own local government



























