county
coun
ˈkaʊn
καουν
ty
ti
τι
/ˈkaʊnti/

Ορισμός και σημασία του "county"στα αγγλικά

01

νομός, επαρχία

(in the US) one of the areas into which a state is divided and has a local government of its own
county definition and meaning
Παραδείγματα
Local farmers in the county grow a variety of crops, including corn, soybeans, and wheat, contributing to the region's agricultural economy.
Οι τοπικοί αγρότες στην επαρχία καλλιεργούν μια ποικιλία καλλιεργειών, συμπεριλαμβανομένων καλαμποκιού, σόγιας και σιταριού, συμβάλλοντας στην αγροτική οικονομία της περιοχής.
02

κομητεία, διοικητική διαίρεση

(United Kingdom) a political division that has its own local government
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counties
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store