countryman
Pronunciation
/ˈkəntɹimən/

Ορισμός και σημασία του "countryman"στα αγγλικά

01

αγροίκος, αγρότης

a man who lives in the country and has country ways
countryman definition and meaning
02

συμπατριώτης, συμπολίτης

a man from your own country
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
countrymen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store