Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Counterpunch
01
αντίχτυπημα, αντεπίθεση
a defensive tactic where a boxer responds to an opponent's attack by immediately delivering a punch of their own
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterpunches
Παραδείγματα
His opponent 's aggression left openings for counterpunches.
Η επιθετικότητα του αντιπάλου του άφησε κενά για αντεπιθέσεις.



























