Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
counterintuitive
01
αντιintuitivo
contradictory to the expectations that are formed on common sense or intuition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most counterintuitive
συγκριτικός βαθμός
more counterintuitive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It was counterintuitive that increasing prices led to higher sales.
Ήταν αντιφατικό ότι η αύξηση των τιμών οδήγησε σε υψηλότερες πωλήσεις.
Λεξικό Δέντρο
counterintuitively
counterintuitive



























