Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
counterintuitive
/kˌaʊntəɹɪntjˈuːɪtˌɪv/
counter-intuitive
counterintuitive
01
αντιintuitivo
contradictory to the expectations that are formed on common sense or intuition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most counterintuitive
συγκριτικός βαθμός
more counterintuitive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The research findings were counterintuitive, challenging common beliefs.
Τα ευρήματα της έρευνας ήταν αντίθετα με τη διαίσθηση, προκαλώντας κοινές πεποιθήσεις.
Λεξικό Δέντρο
counterintuitively
counterintuitive
counter
intuitive



























