Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cot
01
πτυσσόμενο κρεβάτι, κρεβάτι κατασκήνωσης
a narrow foldable bed that can be easily carried or stored anywhere
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cots
Παραδείγματα
The hotel provided cots for families with young children.
Το ξενοδοχείο παρείχε πτυσσόμενα κρεβάτια για οικογένειες με μικρά παιδιά.
02
κούνια μωρού με ράβδους, παιδικό κρεβάτι για ταξίδια
baby bed with high sides made of slats
03
δαχτυλήθρα, θήκη δακτύλου
a sheath worn to protect a finger
Λεξικό Δέντρο
cottage
cot



























