Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
costumed
01
μεταμφιεσμένος, ντυμένος
dressed in clothing characteristic of a period, country, or class
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most costumed
συγκριτικός βαθμός
more costumed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, clothing, performance
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
costumed
costume



























