costumed
cos
ˈkɔs
kaws
tumed
tumd
toomd
/kˈɒstjuːmd/

Ορισμός και σημασία του "costumed"στα αγγλικά

01

μεταμφιεσμένος, ντυμένος

dressed in clothing characteristic of a period, country, or class
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most costumed
συγκριτικός βαθμός
more costumed
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

costumed
costume
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store