Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coronet
01
κορονέτα, ακμή της οπλής
margin between the skin of the pastern and the horn of the hoof
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coronets
02
στέμμα, διάδημα
a small crown, typically worn by nobility or used as a symbol of rank and honor
Παραδείγματα
The portrait of the duchess depicted her wearing a coronet, signifying her status as a member of the aristocracy.
Το πορτρέτο της δούκισσας την απεικόνιζε να φορά ένα στέμμα, που σήμαινε τη θέση της ως μέλος της αριστοκρατίας.



























