cornfield
corn
ˈkɔ:n
kawn
field
fi:ld
fild
coalfield

Ορισμός και σημασία του "cornfield"στα αγγλικά

01

καλαμπόκι, χωράφι καλαμποκιού

a farming land in which corn is planted 
cornfield definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cornfields
Παραδείγματα
The cornfield stretched for acres under the summer sun. 

Το καλαμπόκι εκτείνονταν για στρέμματα κάτω από το καλοκαιρινό ήλιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cornfield

corn

+

field

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store