Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Air pollution
01
ρύπανση αέρα, ατμοσφαιρική ρύπανση
toxic and harmful substances in the air that can cause illnesses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The heavy air pollution made it difficult to breathe and caused itchy eyes for many residents.
Η έντονη ατμοσφαιρική ρύπανση έκανε δύσκολη την αναπνοή και προκάλεσε φαγούρα στα μάτια για πολλούς κατοίκους.



























