air pollution
Pronunciation
/ɛr pəˈluːʃən/

Ορισμός και σημασία του "air pollution"στα αγγλικά

01

ρύπανση αέρα, ατμοσφαιρική ρύπανση

toxic and harmful substances in the air that can cause illnesses
air pollution definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Public awareness campaigns encouraged people to use public transportation or carpool to reduce their contribution to air pollution.
Οι εκστρατείες δημόσιας ευαισθητοποίησης ενθάρρυναν τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν τα μέσα μαζικής μεταφοράς ή το carpool για να μειώσουν τη συμβολή τους στην ατμοσφαιρική ρύπανση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store