corn oil
corn
kɔ:n
kawn
oil
ɔɪl
oyl

Ορισμός και σημασία του "corn oil"στα αγγλικά

01

καλαμποκέλαιο, λάδι καλαμποκιού

an oil that is made from corn and usually used when cooking 
corn oil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corn oils
Παραδείγματα
She used corn oil to fry the chicken. 

Χρησιμοποίησε καλαμποκέλαιο για να τηγανίσει το κοτόπουλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store