Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corduroy
01
κορντουρόι, βελούδο ραβδωτό
a strong but soft cotton fabric patterned with raised straight lines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
ένας δρόμος από κούτσουρα, ένα μονοπάτι από ξύλα
a rural road or track made from logs laid side by side
Παραδείγματα
The corduroy road was a relic of early rural transportation.
Ο δρόμος από κούτσουρα ήταν ένα κατάλοιπο των πρώτων αγροτικών μεταφορών.
to corduroy
01
κατασκευάζω (ένα δρόμο) από κούτσουρα τοποθετημένα δίπλα-δίπλα, φτιάχνω (μονοπάτι) με κορμούς δέντρων παραλληλισμένους
build (a road) from logs laid side by side
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
corduroy
γ΄ ενικό πρόσωπο
corduroys
ενεστώτα μετοχή
corduroying
απλός αόριστος
corduroyed
παθητική μετοχή
corduroyed



























