corduroy
Pronunciation
/ˈkɔɹdɝˌɔɪ/

Ορισμός και σημασία του "corduroy"στα αγγλικά

01

κορντουρόι, βελούδο ραβδωτό

a strong but soft cotton fabric patterned with raised straight lines
corduroy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

ένας δρόμος από κούτσουρα, ένα μονοπάτι από ξύλα

a rural road or track made from logs laid side by side
Παραδείγματα
The corduroy road was a relic of early rural transportation.
Ο δρόμος από κούτσουρα ήταν ένα κατάλοιπο των πρώτων αγροτικών μεταφορών.
to corduroy
01

κατασκευάζω (ένα δρόμο) από κούτσουρα τοποθετημένα δίπλα-δίπλα, φτιάχνω (μονοπάτι) με κορμούς δέντρων παραλληλισμένους

build (a road) from logs laid side by side
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
corduroy
γ΄ ενικό πρόσωπο
corduroys
ενεστώτα μετοχή
corduroying
απλός αόριστος
corduroyed
παθητική μετοχή
corduroyed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store