cords
cords
kɔrdz
κορντζ
/kˈɔːdz/

Ορισμός και σημασία του "cords"στα αγγλικά

01

παντελόνι από κοτλέ, κοτλέ

a pair of pants made of thick cotton cloth with a rigged surface, called corduroy
cords definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cords
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store