Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cord
01
σχοινί, κλωστή
a thin, flexible string or rope made of twisted strands of material such as cotton or nylon, used for binding things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cords
02
σχοινί, βελούδο ραβδωτό
a cut pile fabric with vertical ribs; usually made of cotton
03
καλώδιο, ηλεκτρικό καλώδιο
a flexible, insulated wire that carries electricity for household devices
Παραδείγματα
The broken cord made the vacuum unusable.
Το σπασμένο καλώδιο έκανε το σκουπαρίστρα μη χρησιμοποιήσιμο.
04
σχοινί, στερεό
a unit of amount of wood cut for burning; 128 cubic feet
to cord
01
στοιβάζω σε σχοινιά, τακτοποιώ σε σχοινιά
stack in cords
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cord
γ΄ ενικό πρόσωπο
cords
ενεστώτα μετοχή
cording
απλός αόριστος
corded
παθητική μετοχή
corded
02
δένω με σχοινί, δένω με κορδόνι
bind or tie with a cord
Λεξικό Δέντρο
cordage
cordless
discord
cord



























