coquet
co
ˈkɑ:
κα
quet
keɪ
κει
/kˈɒke‍ɪ/
coquetted

Ορισμός και σημασία του "coquet"στα αγγλικά

to coquet
01

φλερτάρω, κοκετάρω

talk or behave amorously, without serious intentions
to coquet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coquet
γ΄ ενικό πρόσωπο
coquets
ενεστώτα μετοχή
coquetting
απλός αόριστος
coquetted
παθητική μετοχή
coquetted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store