Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Copyright
01
πνευματική ιδιοκτησία
a legal permission to control the production of a book, movie, music, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
copyrights
Παραδείγματα
The author registered the copyright for her novel to prevent unauthorized copies.
Η συγγραφέας κατέγραψε τα πνευματικά δικαιώματα για το μυθιστόρημά της για να αποτρέψει μη εξουσιοδοτημένα αντίγραφα.
to copyright
01
καταχωρίζω τα πνευματικά δικαιώματα, προστατεύω με πνευματικά δικαιώματα
to secure legal rights over an original work by registering it
Transitive: to copyright sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
copyright
γ΄ ενικό πρόσωπο
copyrights
ενεστώτα μετοχή
copyrighting
απλός αόριστος
copyrighted
παθητική μετοχή
copyrighted
Παραδείγματα
The band copyrighted their new single before its release.
Η μπάντα προστάτευσε με πνευματικά δικαιώματα το νέο τους single πριν από την κυκλοφορία του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
copyright
copy
right



























