coordinator
Pronunciation
/koʊˈɔɹdəˌneɪtɝ/

Ορισμός και σημασία του "coordinator"στα αγγλικά

01

συντονιστής, οργανωτής

a person who organizes, plans, or manages activities and resources within a group or organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coordinators
Παραδείγματα
The coordinator of the charity fundraiser organized logistics, donations, and volunteer shifts.
Ο συντονιστής της φιλανθρωπικής δράσης οργάνωσε τη λογιστική, τις δωρεές και τις βάρδιες των εθελοντών.

Λεξικό Δέντρο

coordinator
coordinate
ordinate
ordin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store