Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cooperate
01
συνεργάζομαι, συνδράμομαι
to work with other people in order to achieve a common goal
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cooperate
γ΄ ενικό πρόσωπο
cooperates
ενεστώτα μετοχή
cooperating
απλός αόριστος
cooperated
παθητική μετοχή
cooperated
Παραδείγματα
The team members cooperated to complete the project ahead of schedule.
Τα μέλη της ομάδας συνεργάστηκαν για να ολοκληρώσουν το έργο νωρίτερα.
Λεξικό Δέντρο
cooperate
operate
oper



























