to cooperate
Pronunciation
/koʊˈɑpəˌreɪt/
co-operate
coöperate

Ορισμός και σημασία του "cooperate"στα αγγλικά

to cooperate
01

συνεργάζομαι, συνδράμομαι

to work with other people in order to achieve a common goal
Intransitive
to cooperate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cooperate
γ΄ ενικό πρόσωπο
cooperates
ενεστώτα μετοχή
cooperating
απλός αόριστος
cooperated
παθητική μετοχή
cooperated
Παραδείγματα
Family members cooperated to organize a successful event.
Τα μέλη της οικογένειας συνεργάστηκαν για να οργανώσουν μια επιτυχημένη εκδήλωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store