Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cooperate
01
συνεργάζομαι, συνδράμομαι
to work with other people in order to achieve a common goal
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cooperate
γ΄ ενικό πρόσωπο
cooperates
ενεστώτα μετοχή
cooperating
απλός αόριστος
cooperated
παθητική μετοχή
cooperated
Παραδείγματα
Family members cooperated to organize a successful event.
Τα μέλη της οικογένειας συνεργάστηκαν για να οργανώσουν μια επιτυχημένη εκδήλωση.
Λεξικό Δέντρο
cooperate
operate
oper



























