coop
coop
kup
κουπ
/kˈuːp/

Ορισμός και σημασία του "coop"στα αγγλικά

01

κοτέτσι, καταφύγιο πτηνοτροφείου

a small building to confine poultry, usually in a farm
coop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coops
02

κοτέτσι, κλουβί πουλερικών

a cage made to keep poultry inside
coop definition and meaning
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store