Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coop
01
κοτέτσι, καταφύγιο πτηνοτροφείου
a small building to confine poultry, usually in a farm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coops
02
κοτέτσι, κλουβί πουλερικών
a cage made to keep poultry inside



























