Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
air-dry
01
αεροξηραμένο, στεγνό στον αέρα
not giving off moisture on exposure to the air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
chemistry, objects
to air-dry
01
to dry naturally in the air without using heat or mechanical drying
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
air-dry
γ΄ ενικό πρόσωπο
air-dries
ενεστώτα μετοχή
air-drying
απλός αόριστος
air-dried
παθητική μετοχή
air-dried
Παραδείγματα
The clothes were hung outside to air-dry in the sun.
LanGeek



























