cooked
cooked
kʊkt
κουκτ
/kˈʊkt/

Ορισμός και σημασία του "cooked"στα αγγλικά

01

μαγειρεμένο, έτοιμο για κατανάλωση

(of food) heated and ready for consumption
cooked definition and meaning
Παραδείγματα
The cooked rice was fluffy and aromatic, ready to be served alongside the main dish.
Το μαγειρεμένο ρύζι ήταν αφράτο και αρωματικό, έτοιμο να σερβιριστεί μαζί με το κύριο πιάτο.
02

ξεμειναμε, κουρασμενος

completely exhausted, overwhelmed, or mentally drained
Slang
Παραδείγματα
She was cooked from juggling two jobs and night classes.
Ήταν εξαντλημένη από το να ταιριάζει δύο δουλειές και νυχτερινά μαθήματα.

Λεξικό Δέντρο

overcooked
precooked
uncooked
cooked
cook
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store