Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cooked
01
μαγειρεμένο, έτοιμο για κατανάλωση
(of food) heated and ready for consumption
Παραδείγματα
The cooked rice was fluffy and aromatic, ready to be served alongside the main dish.
Το μαγειρεμένο ρύζι ήταν αφράτο και αρωματικό, έτοιμο να σερβιριστεί μαζί με το κύριο πιάτο.
02
ξεμειναμε, κουρασμενος
completely exhausted, overwhelmed, or mentally drained
Παραδείγματα
She was cooked from juggling two jobs and night classes.
Ήταν εξαντλημένη από το να ταιριάζει δύο δουλειές και νυχτερινά μαθήματα.
Λεξικό Δέντρο
overcooked
precooked
uncooked
cooked
cook



























