conveyor
Pronunciation
/kənˈveɪɝ/

Ορισμός και σημασία του "conveyor"στα αγγλικά

01

μεταφορέας, ιμάντας μεταφοράς

a moving belt that transports objects (as in a factory)
conveyor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conveyors
02

μεταφορέας, διαβιβαστής

a person who conveys (carries or transmits)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store