Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to converse
01
συζητώ, συνομιλώ
to engage in a conversation with someone
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
converse
γ΄ ενικό πρόσωπο
converses
ενεστώτα μετοχή
conversing
απλός αόριστος
conversed
παθητική μετοχή
conversed
Παραδείγματα
The two friends conversed for hours, catching up on life.
Οι δύο φίλοι συνομίλησαν για ώρες, ενημερώνοντας ο ένας τον άλλο για τη ζωή τους.
Converse
01
αντίστροφος, αντίθετος
a proposition obtained by conversion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
converses
02
αντίθετο, αντίστροφο
something that is the opposite or reverse of another
Παραδείγματα
Love and hate are often described as the converse of each other.
Η αγάπη και το μίσος περιγράφονται συχνά ως το αντίθετο του ενός από το άλλο.
converse
01
αντίστροφος
of words so related that one reverses the relation denoted by the other
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
αντίστροφος, αντίθετος
turned about in order or relation
Λεξικό Δέντρο
conversance
conversant
conversation
converse



























