Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convergent
01
συγκλίνων, συγκεντρωτικός
approaching each other from different directions to be unified
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most convergent
συγκριτικός βαθμός
more convergent
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
nonconvergent
convergent
converge



























