aided
ai
ˈeɪ
ει
ded
dəd
νταντ
/ˈe‍ɪdɪd/

Ορισμός και σημασία του "aided"στα αγγλικά

01

βοηθημένος, υποστηριζόμενος

having help; often used as a combining form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aided
συγκριτικός βαθμός
more aided
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

unaided
aided
aid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store