Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aided
01
βοηθημένος, υποστηριζόμενος
having help; often used as a combining form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aided
συγκριτικός βαθμός
more aided
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
assistance, support, collaboration
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unaided
aided
aid



























