Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Continuum
01
συνεχές, φάσμα
a continuous series or range of elements or events that gradually change without any clear division between them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
continua
Παραδείγματα
The health system in the country is a continuum, with services ranging from basic care to specialized treatment.
Το σύστημα υγείας στη χώρα είναι ένα συνεχές, με υπηρεσίες που κυμαίνονται από τη βασική φροντίδα έως την εξειδικευμένη θεραπεία.



























