consumptive
Pronunciation
/kənsˈʌmptɪv/

Ορισμός και σημασία του "consumptive"στα αγγλικά

consumptive
01

καταναλωτικός, σπάταλος

characterized by excessive or wasteful use of resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consumptive
συγκριτικός βαθμός
more consumptive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The consumptive habits of the previous management left the company in debt.
Οι καταναλωτικές συνήθειες της προηγούμενης διοίκησης άφησαν την εταιρεία με χρέη.
02

φθισικός, φυματικός

afflicted with or associated with pulmonary tuberculosis
01

φθισικός, φυματικός

a person with pulmonary tuberculosis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
consumptives
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store