Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consumptive
01
καταναλωτικός, σπάταλος
characterized by excessive or wasteful use of resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consumptive
συγκριτικός βαθμός
more consumptive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The consumptive habits of the previous management left the company in debt.
Οι καταναλωτικές συνήθειες της προηγούμενης διοίκησης άφησαν την εταιρεία με χρέη.
02
φθισικός, φυματικός
afflicted with or associated with pulmonary tuberculosis
Consumptive
01
φθισικός, φυματικός
a person with pulmonary tuberculosis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
consumptives
Λεξικό Δέντρο
consumptive
consume



























