consumptive
con
kən
kēn
sump
ˈsʌmp
samp
tive
tɪv
tiv
consultive

Ορισμός και σημασία του "consumptive"στα αγγλικά

consumptive
01

καταναλωτικός, σπάταλος

characterized by excessive or wasteful use of resources 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most consumptive
συγκριτικός βαθμός
more consumptive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old factory was consumptive, using too much energy for minimal output. 

Το παλιό εργοστάσιο ήταν καταναλωτικό, χρησιμοποιώντας πάρα πολλή ενέργεια για ελάχιστη παραγωγή.

02

φθισικός, φυματικός

afflicted with or associated with pulmonary tuberculosis 
01

φθισικός, φυματικός

a person with pulmonary tuberculosis 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
consumptives
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store