Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to consume
01
καταναλώνω, χρησιμοποιώ
to use a supply of energy, fuel, etc.
Transitive: to consume energy or resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
consume
γ΄ ενικό πρόσωπο
consumes
ενεστώτα μετοχή
consuming
απλός αόριστος
consumed
παθητική μετοχή
consumed
Παραδείγματα
During the winter months, households tend to consume more energy for heating to stay warm.
Κατά τους χειμερινούς μήνες, τα νοικοκυριά τείνουν να καταναλώνουν περισσότερη ενέργεια για θέρμανση για να παραμείνουν ζεστά.
02
καταναλώνω, τρώω ή πίνω
to eat or drink something
Transitive: to consume food and drinks
Παραδείγματα
After a long day at work, she was ready to consume a hearty meal.
Μετά από μια μεγάλη μέρα στη δουλειά, ήταν έτοιμη να καταναλώσει ένα χορταστικό γεύμα.
03
καταναλώνω, αγοράζω και χρησιμοποιώ
to purchase and use goods or services for personal satisfaction or utilization
Transitive: to consume products
Παραδείγματα
Consumers often choose to consume products that align with their preferences and lifestyle.
Οι καταναλωτές συχνά επιλέγουν να καταναλώνουν προϊόντα που ευθυγραμμίζονται με τις προτιμήσεις και τον τρόπο ζωής τους.
04
καταναλώνω, καταστρέφω ολοκληρωτικά
(of fire) to destroy something completely
Transitive: to consume sth
Παραδείγματα
The raging wildfire quickly consumed acres of forest.
Ο μανιώδης δασικός πυρκαγιά γρήγορα κατέστρεψε εκτάρια δάσους.
05
καταναλώνω, καταλαμβάνω το μυαλό
to completely occupy or fill the mind, often to the point of obsession or intense focus
Transitive: to consume one's thoughts or attention
Παραδείγματα
Her passion for environmental sustainability consumed her thoughts.
Το πάθος της για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα κατανάλωνε τις σκέψεις της.
Λεξικό Δέντρο
consumable
consumer
consuming
consume



























