constipation
cons
ˌkɑns
κανσ
ti
τα
pa
ˈpeɪ
πει
tion
ʃən
σαν
/kˌɒnstɪpˈe‍ɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "constipation"στα αγγλικά

01

δυσκοιλιότητα, το να κάνεις κάτι άχρηστο και μάταιο

the act of making something futile and useless (as by routine)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

δυσκοιλιότητα, αποστάθρα

a medical condition in which one has difficulty emptying one's bowels
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store