Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Constipation
01
δυσκοιλιότητα, το να κάνεις κάτι άχρηστο και μάταιο
the act of making something futile and useless (as by routine)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
constipations
02
δυσκοιλιότητα, αποστάθρα
a medical condition in which one has difficulty emptying one's bowels
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
constipation
constipate



























