Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Constable
01
constable, αστυνομικός
an official responsible for maintaining law and order in a specific district or community
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
constables
Παραδείγματα
Rural constables serve as the primary point of contact for law enforcement in remote areas, providing assistance and support to residents.
Οι αγροτικοί αστυνομικοί λειτουργούν ως το κύριο σημείο επαφής για την επιβολή του νόμου σε απομακρυσμένες περιοχές, παρέχοντας βοήθεια και υποστήριξη στους κατοίκους.
02
αστυνομικός, χωροφύλακας
a police officer of the lowest rank, responsible for patrolling specific areas and enforcing laws within a jurisdiction
Dialect
British
Παραδείγματα
The constable patrolled the streets diligently, keeping a watchful eye on the neighborhood.
Ο constable περιπολούσε τους δρόμους με επιμέλεια, κρατώντας ένα προσεκτικό μάτι στη γειτονιά.



























