conscript
cons
ˈkɑns
κανσ
cript
ˌkrɪpt
κριπτ
/kˈɒnskɹɪpt/

Ορισμός και σημασία του "conscript"στα αγγλικά

to conscript
01

κατατάσσω, στρατολογώ

to call up someone for service obliged by law, especially the armed services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conscript
γ΄ ενικό πρόσωπο
conscripts
ενεστώτα μετοχή
conscripting
απλός αόριστος
conscripted
παθητική μετοχή
conscripted
01

στρατολογημένος, νέος στρατιώτης

someone who is drafted into military service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conscripts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store