Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conscript
01
κατατάσσω, στρατολογώ
to call up someone for service obliged by law, especially the armed services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conscript
γ΄ ενικό πρόσωπο
conscripts
ενεστώτα μετοχή
conscripting
απλός αόριστος
conscripted
παθητική μετοχή
conscripted
Conscript
01
στρατολογημένος, νέος στρατιώτης
someone who is drafted into military service
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conscripts
Λεξικό Δέντρο
conscription
conscript



























