Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Connector
01
συνδετήρας, σύνδεσμος
a device or mechanism that joins or links two or more things together
Παραδείγματα
The software includes a connector for integrating different applications.
Το λογισμικό περιλαμβάνει έναν συνδετήρα για την ενσωμάτωση διαφορετικών εφαρμογών.
02
συνδετήρας, σύνδεσμος
a road or pathway that links two or more places together, facilitating travel and transportation
Παραδείγματα
The old bridge served as a vital connector for the rural communities on either side of the river.
Η παλιά γέφυρα χρησίμευε ως ζωτικός συνδετικός κρίκος για τις αγροτικές κοινότητες και στις δύο πλευρές του ποταμού.
Λεξικό Δέντρο
connector
connect



























