connector
co
nnec
ˈnɛk
nek
tor
conductorconvector

Ορισμός και σημασία του "connector"στα αγγλικά

01

συνδετήρας, σύνδεσμος

a device or mechanism that joins or links two or more things together 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
connectors
Παραδείγματα
The electrician used a connector to join the wires securely. 

Ο ηλεκτρολόγος χρησιμοποίησε ένα συνδετήρα για να ενώσει τα καλώδια με ασφάλεια.

02

συνδετήρας, σύνδεσμος

a road or pathway that links two or more places together, facilitating travel and transportation 
Παραδείγματα
The new connector between the two towns has reduced travel time significantly. 

Ο νέος συνδετικός μεταξύ των δύο πόλεων μείωσε σημαντικά τον χρόνο ταξιδιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store