connectivity
co
ko
nnec
nɛk
nek
ti
ˈtɪ
ti
vi
vi
ty
ti
ti
conductivity

Ορισμός και σημασία του "connectivity"στα αγγλικά

01

συνδεσιμότητα, διασύνδεση

the state or extent of being connected or able to communicate with other devices, networks, or systems, facilitating data transmission and exchange 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The connectivity in this area is so poor that I can barely make a phone call. 

Η συνδεσιμότητα σε αυτήν την περιοχή είναι τόσο κακή που μπορώ μετά βίας να κάνω μια τηλεφωνική κλήση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store