Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conjuring trick
01
μαγικό τρικ, ταχυδακτυλουργία
an illusory feat; considered magical by naive observers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conjuring tricks



























