Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
congenial
01
ευχάριστος, σύμφωνος
acceptable in a way that is suited to something or someone's desire, need, nature, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most congenial
συγκριτικός βαθμός
more congenial
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, social, compatibility
02
συμβατός, συγγενής
(used of plants) capable of cross-fertilization or of being grafted
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
congeniality
congenially
congenialness
congenial
congen



























