conge
con
ˈkɒn
kon
ge
ʒeɪ
zhei
conte

Ορισμός και σημασία του "conge"στα αγγλικά

01

άδεια

formal permission to depart 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

απόλυση χωρίς προειδοποίηση

an abrupt and unceremonious dismissal 
to conge
01

κάνω μια τελετουργική υπόκλιση

perform a ceremonious bow 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conge
γ΄ ενικό πρόσωπο
conges
ενεστώτα μετοχή
congeing
απλός αόριστος
conged
παθητική μετοχή
conged
conge
con
ˈkɒn
kon
ge
ʒeɪ
zhei
conte
congé
01

κοιλότητα

a concave or curved profile or molding used as a transitional element between different parts of a building or between different architectural features 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conges
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store