Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conge
01
άδεια
formal permission to depart
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
απόλυση χωρίς προειδοποίηση
an abrupt and unceremonious dismissal
to conge
01
κάνω μια τελετουργική υπόκλιση
perform a ceremonious bow
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conge
γ΄ ενικό πρόσωπο
conges
ενεστώτα μετοχή
congeing
απλός αόριστος
conged
παθητική μετοχή
conged
Conge
01
κοιλότητα
a concave or curved profile or molding used as a transitional element between different parts of a building or between different architectural features
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conges



























