Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Confinement
01
περιορισμός
the state of being confined
02
φυλάκιση, περιορισμός της ελευθερίας
the act of restraining of a person's liberty by confining them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
03
τοκετός, περίοδος τοκετού
the period when a pregnant woman goes into labor until the baby is born
επίσημο
Παραδείγματα
She was admitted to the hospital at the start of confinement.
Εισήχθη στο νοσοκομείο στην αρχή του τοκετού.
04
φυλάκιση, κατακλείδα
the action of keeping someone in a closed space, prison, etc., usually by force
Παραδείγματα
He was sentenced to a year of confinement.
Καταδικάστηκε σε ένα χρόνο κράτησης.
Λεξικό Δέντρο
confinement
confine



























